Σενάριο νέας εκτίναξης των διεθνών τιμών του πετρελαίου έως και τα 120 δολάρια το βαρέλι βάζει στο τραπέζι η Goldman Sachs, καθώς η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να κρατά τις αγορές ενέργειας σε κόκκινο συναγερμό.
Το βλέμμα των επενδυτών παραμένει στραμμένο στα Στενά του Ορμούζ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχουν επαναφέρει τον φόβο για σοβαρές διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές πετρελαίου.
Η Goldman Sachs εκτιμά ότι, εάν οι επιθέσεις και τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα κλιμακωθούν, οι τιμές μπορεί να κινηθούν πολύ υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα.
Στον αντίποδα, εάν αποκατασταθεί η ομαλή ροή των εξαγωγών από τη Μέση Ανατολή, η τράπεζα θεωρεί πιθανή μια σημαντική αποκλιμάκωση των τιμών.
Το πρώτο σενάριο: Πετρέλαιο στα 120 δολάρια
Το πιο δυσμενές σενάριο της Goldman Sachs προβλέπει ότι το πετρέλαιο μπορεί να φτάσει ακόμη και στα 120 δολάρια το βαρέλι.
Προϋπόθεση για μια τέτοια κίνηση είναι η επιδείνωση των προβλημάτων στις θαλάσσιες μεταφορές και η μεγαλύτερη διατάραξη της προσφοράς από τη Μέση Ανατολή.
Η αγορά αντιδρά ήδη έντονα στις τελευταίες εξελίξεις, με τις τιμές του αργού να έχουν κινηθεί στα υψηλότερα επίπεδα από τον περασμένο Ιούλιο.
Το Brent, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η έκθεση, κινείται κοντά στα 97 δολάρια το βαρέλι, γεγονός που σημαίνει ότι το ανοδικό σενάριο των 120 δολαρίων αντιστοιχεί σε μια νέα, ιδιαίτερα ισχυρή άνοδο.
Το δεύτερο σενάριο: Επιστροφή προς τα 80 δολάρια
Η Goldman Sachs αφήνει, ωστόσο, ανοιχτό και το εντελώς αντίθετο ενδεχόμενο.
Εάν υπάρξει ομαλοποίηση των εξαγωγών και περιοριστούν οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, η τράπεζα εκτιμά ότι οι τιμές του πετρελαίου μπορούν να υποχωρήσουν προς τα 80 δολάρια το βαρέλι.
Το χάσμα ανάμεσα στα δύο σενάρια είναι τεράστιο και αποτυπώνει την αβεβαιότητα που επικρατεί σήμερα στην ενεργειακή αγορά.
Στην πράξη, η τιμή του πετρελαίου δεν καθορίζεται πλέον μόνο από την παγκόσμια ζήτηση ή την παραγωγή των μεγάλων πετρελαιοπαραγωγών χωρών, αλλά σε μεγάλο βαθμό και από την εξέλιξη των στρατιωτικών και γεωπολιτικών γεγονότων.
Στο επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ
Η ένταση στην περιοχή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της στρατηγικής σημασίας των Στενών του Ορμούζ.
Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαύλους μεταφοράς ενεργειακών προϊόντων παγκοσμίως.
Οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή στη ναυσιπλοΐα μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερήσεις, αύξηση του κόστους μεταφοράς και ενίσχυση του φόβου για περιορισμό των διαθέσιμων ποσοτήτων στην παγκόσμια αγορά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, η Ουάσιγκτον έχει προχωρήσει σε επιθέσεις εναντίον ιρανικών δεξαμενόπλοιων, ενώ η Τεχεράνη έχει ανακοινώσει νέα ζώνη περιορισμένης πρόσβασης κοντά στα Στενά.
Την ίδια στιγμή, αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις συνεχίζουν τις επιχειρήσεις στην περιοχή.
Goldman Sachs: Ο κίνδυνος έχει αυξηθεί σημαντικά
Ο Νταν Στράιβεν, συν-επικεφαλής παγκόσμιας έρευνας εμπορευμάτων της Goldman Sachs, έχει επισημάνει ότι τα γεγονότα των τελευταίων ημερών αυξάνουν ουσιαστικά τον κίνδυνο μεγαλύτερων προβλημάτων στη ναυσιπλοΐα.
Για τις αγορές, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι σημερινές διαταραχές θα παραμείνουν περιορισμένες ή αν θα μετατραπούν σε ένα πιο γενικευμένο πρόβλημα προσφοράς.
Στο δεύτερο ενδεχόμενο, το ανοδικό περιθώριο για τις τιμές του αργού θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό.
Γιατί το φυσικό αέριο και το ντίζελ μπορεί να πιεστούν ακόμη περισσότερο
Η Goldman Sachs δεν εστιάζει αποκλειστικά στο πετρέλαιο.
Αντίθετα, εκτιμά ότι ακόμη μεγαλύτερες αναταράξεις μπορεί να εμφανιστούν στις αγορές φυσικού αερίου και διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων, όπως το ντίζελ.
Οι τιμές σε αυτές τις αγορές έχουν ήδη καταγράψει πολύ ισχυρές αυξήσεις.
Ιδιαίτερα το ντίζελ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, έχει υπερδιπλασιάσει την τιμή του από τις αρχές του έτους.
Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί η Goldman Sachs θεωρεί τα συγκεκριμένα προϊόντα περισσότερο εκτεθειμένα σε πιθανές νέες διαταραχές της προσφοράς.
Το «μαξιλάρι» της Κίνας
Ιδιαίτερο ρόλο στην εξίσωση παίζει και η Κίνα.
Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου θεωρείται από την Goldman Sachs μια πιθανή «σταθεροποιητική δύναμη» για την αγορά πετρελαίου.
Ο μηχανισμός είναι σχετικά απλός.
Όταν οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν πολύ, η Κίνα μπορεί να περιορίσει τις εισαγωγές της, μειώνοντας έτσι μέρος της παγκόσμιας ζήτησης.
Αυτή η συμπεριφορά μπορεί να λειτουργήσει ως ένα είδος φρένου στην ανοδική πορεία των τιμών.
Γιατί το ίδιο δεν ισχύει στο φυσικό αέριο
Η Goldman Sachs επισημαίνει ότι αυτός ο σταθεροποιητικός μηχανισμός δεν λειτουργεί με την ίδια ένταση στις αγορές φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων.
Γι’ αυτό θεωρεί ότι αυτές οι αγορές παραμένουν πιο ευάλωτες σε ένα νέο σοκ προσφοράς.
Η ανησυχία ενισχύεται από το γεγονός ότι η ενεργειακή κρίση δεν περιορίζεται πλέον μόνο στο αργό, αλλά μεταδίδεται σε ολόκληρη την αλυσίδα, από το φυσικό αέριο μέχρι τα καύσιμα κίνησης.
Τι σημαίνει ένα πετρέλαιο στα 120 δολάρια
Εάν επαληθευτεί το δυσμενές σενάριο των 120 δολαρίων, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στις χρηματιστηριακές αγορές.
Μια παρατεταμένη άνοδος του αργού μπορεί να μεταφερθεί στις τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης, στα μεταφορικά κόστη, στην αεροπορία, στη ναυτιλία και τελικά στις τιμές πολλών προϊόντων.
Παράλληλα, μπορεί να αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις σε Ευρώπη και ΗΠΑ, περιπλέκοντας τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών για τα επιτόκια.
Για χώρες που εισάγουν μεγάλο μέρος της ενέργειας που καταναλώνουν, ένα νέο ενεργειακό ράλι θα μπορούσε να μεταφραστεί σε αυξημένο κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Μια αγορά που κινείται πλέον με δύο ταχύτητες
Η εικόνα που παρουσιάζει η Goldman Sachs αποτυπώνει μια αγορά με δύο εντελώς διαφορετικές πιθανές κατευθύνσεις.
Στο ένα άκρο βρίσκεται η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και το πετρέλαιο στα 120 δολάρια.
Στο άλλο, η αποκλιμάκωση των εντάσεων και η επιστροφή προς τα 80 δολάρια.
Ανάμεσα στα δύο σενάρια βρίσκεται σήμερα το Brent, κοντά στα 97 δολάρια, με τις επόμενες κινήσεις του να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το αν η κρίση στη ναυσιπλοΐα θα περιοριστεί ή θα πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις.
Και όσο το Ορμούζ παραμένει σημείο υψηλής γεωπολιτικής έντασης, η αγορά πετρελαίου θα συνεχίσει να κινείται πάνω σε ένα εξαιρετικά λεπτό σχοινί.








