Σε περίπου 1 τρισ. δολάρια εκτιμάται το ενεργειακό κόστος με το οποίο επιβαρύνθηκε η Ευρώπη εξαιτίας των επιπτώσεων του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Έπειτα από αυτόν τον χειμώνα, η Ευρώπη θα πρέπει να γεμίσει ξανά με αποθέματα φυσικού αερίου αλλά λαμβάνοντας ελάχιστες ή και καθόλου προμήθειες από τη Ρωσία και εντείνοντας τον ανταγωνισμό για δεξαμενόπλοια του καυσίμου. Ακόμη και με περισσότερες εγκαταστάσεις για την εισαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου στο δίκτυο, η αγορά αναμένεται να παραμείνει δύσκολη έως το 2026, οπότε θα είναι διαθέσιμη πρόσθετη παραγωγική ικανότητα από τις ΗΠΑ και το Κατάρ. Αυτό σημαίνει ότι δεν απλώς δεν θα υπάρξει «ανάπαυλα» από τις υψηλές τιμές.
Ενώ οι κυβερνήσεις μπόρεσαν να βοηθήσουν τις εταιρείες και τους καταναλωτές να απορροφήσουν μεγάλο μέρος του κόστους, με περισσότερα από 700 δισ. δολάρια σε βοήθεια, σύμφωνα με τη δεξαμενή σκέψης Bruegel με έδρα τις Βρυξέλλες, μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης θα μπορούσε να διαρκέσει για χρόνια. Καθώς τα επιτόκια αυξάνονται και οι οικονομίες βρίσκονται ήδη σε ύφεση, η στήριξη σε εκατομμύρια νοικοκυριά και επιχειρήσεις φαίνεται όλο και πιο απρόσιτη.
Περίπου τα μισά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν χρέος που υπερβαίνει το όριο του μπλοκ του 60% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Το περίπου 1 τρισ. δολάρια, που υπολογίστηκε από το Bloomberg από τα στοιχεία της αγοράς, είναι μια ευρεία αντιστοιχία ακριβότερης ενέργειας για καταναλωτές και εταιρείες – μέρος αλλά όχι όλο το κόστος αντισταθμίστηκε με πακέτα βοήθειας. Η Bruegel έχει μια παρόμοια εκτίμηση που εξετάζει τη ζήτηση και την αύξηση των τιμών, η οποία δημοσιεύτηκε σε πρόσφατη έκθεση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Η προσπάθεια για την πλήρωση των αποθηκών το περασμένο καλοκαίρι, παρά τις ρεκόρ-τιμές έχει χαλαρώσει τη «συμπίεση» της προσφοράς προς το παρόν, αλλά ο παγωμένος καιρός είναι αυτός που θα δοκιμάσει τις αντοχές του ενεργειακού συστήματος της Ευρώπης. Αξίζει να σημειωθεί οτι την περασμένη εβδομάδα, η ρυθμιστική Αρχή δικτύου της Γερμανίας προειδοποίησε ότι δεν εξοικονομείται αρκετό φυσικό αέριο και δύο από τους πέντε δείκτες, συμπεριλαμβανομένων των επιπέδων κατανάλωσης, έχουν γίνει κρίσιμοι.
Με την προσφορά περιορισμένη, ζητήθηκε από τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές να μειώσουν τη χρήση. Η Ε.Ε. κατάφερε να περιορίσει τη ζήτηση φυσικού αερίου κατά 50 δισ. κυβικά μέτρα φέτος, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα πιθανό κενό 27 δισ. κυβικών μέτρων το 2023, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας. Αυτό υποθέτει ότι οι ρωσικές προμήθειες θα μειωθούν στο μηδέν και οι κινεζικές εισαγωγές LNG θα επιστρέψουν στα επίπεδα του 2021.
Η κύρια πηγή φυσικού αερίου αγωγού από τη Ρωσία στη Δυτική Ευρώπη ήταν ο Nord Stream, ο οποίος υπέστη ζημιές έπειτα από δολιοφθορά τον περασμένο Σεπτέμβριο. Η περιοχή εξακολουθεί να λαμβάνει ένα μικρό ποσό ρωσικών προμηθειών μέσω της Ουκρανίας, αλλά οι συνεχείς βομβαρδισμοί των ενεργειακών υποδομών από τη Μόσχα θέτουν σε περαιτέρω κίνδυνο αυτή τη γραμμή προμήθειας, χωρίς την οποία η επαναπλήρωση της αποθήκευσης θα είναι δύσκολη.
Για την αντιμετώπιση της έλλειψης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει ελάχιστους στόχους για τις απογραφές. Έως την 1η Φεβρουαρίου, οι δεξαμενές θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 45% πλήρεις για να αποφευχθεί η εξάντληση έως το τέλος της περιόδου θέρμανσης. Εάν ο χειμώνας είναι ήπιος, ο στόχος είναι να παραμείνουν τα επίπεδα αποθήκευσης στο 55% μέχρι τότε.
Οι εισαγωγές LNG στην Ευρώπη βρίσκονται σε επίπεδα-ρεκόρ και νέοι πλωτοί τερματικοί σταθμοί ανοίγουν στη Γερμανία για να παραλάβουν το καύσιμο. Οι αγορές που υποστηρίζονται από την κυβέρνηση βοήθησαν την Ευρώπη να προσελκύσει φορτία μακριά από την Κίνα, αλλά ο ψυχρότερος καιρός στην Ασία και μια δυνητικά ισχυρή οικονομική ανάκαμψη μετά τη χαλάρωση των περιορισμών λόγω της πανδημίας από το Πεκίνο θα μπορούσαν να το κάνουν πιο δύσκολο.
Οι κινεζικές εισαγωγές φυσικού αερίου είναι πιθανό να είναι 7% υψηλότερες το 2023 από ό,τι φέτος, σύμφωνα με την China National Offshore Oil Corp. (Ινστιτούτο Ενεργειακής Οικονομίας). Η κρατική εταιρεία έχει αρχίσει να εξασφαλίζει προμήθειες LNG για το επόμενο έτος, θέτοντάς τη σε άμεσο ανταγωνισμό με την Ευρώπη για εφεδρικές αποστολές. Η ιστορική πτώση της ζήτησης της Κίνας φέτος ισοδυναμούσε με περίπου 5% της παγκόσμιας προσφοράς.
Η Κίνα δεν είναι το μόνο πρόβλημα της Ευρώπης. Άλλες ασιατικές χώρες κινούνται για να προμηθευτούν περισσότερο φυσικό αέριο. Η Ιαπωνία, ο κορυφαίος εισαγωγέας LNG στον κόσμο φέτος, εξετάζει ακόμη και τη δημιουργία ενός στρατηγικού αποθέματος.
Τα ευρωπαϊκά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης φυσικού αερίου ανέρχονται κατά μέσο όρο σε περίπου 135 ευρώ τη μεγαβατώρα φέτος, αφού κορυφώθηκαν στα 345 ευρώ τον Ιούλιο. Εάν οι τιμές επανέλθουν στα 210 ευρώ, το κόστος των εισαγωγών θα μπορούσε να φτάσει το 5% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τον Τζέιμι Ρας, επικεφαλής Ευρωπαίο οικονομολόγο της Bloomberg Economics. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει τη ρηχή ύφεση που προβλέπεται σε βαθιά ύφεση και οι κυβερνήσεις πιθανότατα θα πρέπει να μειώσουν τα προγράμματα ως απάντηση.
Για τις χώρες όπως η Γερμανία, οι οποίες βασίζονται σε οικονομικά προσιτή ενέργεια για την παραγωγή προϊόντων από αυτοκίνητα έως χημικά, το υψηλό κόστος σημαίνει απώλεια ανταγωνιστικότητας για τις ΗΠΑ και την Κίνα. Αυτό ασκεί πίεση στην κυβέρνηση του καγκελάριου Όλαφ Σολτς να διατηρήσει τη στήριξη της οικονομίας. Η πρόκληση είναι να βρεθεί η ισορροπία μεταξύ της διατήρησης των εργοστασίων σε λειτουργία και της θέρμανσης των σπιτιών βραχυπρόθεσμα, χωρίς να «πνιγούν» τα κίνητρα για επενδύσεις σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, που θεωρείται ευρέως ως η πιο βιώσιμη διέξοδος από τη συμπίεση της ενέργειας.
Πηγή: financialpress








