Κοινοποιήθηκε προς έγκριση στην Κομισιόν το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, στο οποίο περιγράφονται οι φιλόδοξοι στόχοι και το στρατηγικό σχέδιο για την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης σε μια πράσινη οικονομία. Πρόκειται για το προσχέδιο, ενώ με τις παρατηρήσεις για την έγκριση της Κομισιόν και τη διαβούλευση θα διαμορφωθεί το τελικό, το οποίο και θα κατατεθεί για τελική έγκριση στην Κομισιόν τον Ιούνιο του 2024.
Οι αναθεωρημένοι στόχοι της Ελλάδας για το 2030 αφορούν μεταξύ άλλων 23,5 GW κάθε μορφής ΑΠΕ, 5,3 GW αποθήκευση, 7,7 GW μονάδων φυσικού αερίου, μηδενική παρουσία του λιγνίτη, καθώς και εκτίμηση για έναν στόλο από 460.000 ηλεκτρικά οχήματα, σύμφωνα με το κείμενο του νέου ΕΣΕΚ, το οποίο έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Κομισιόν.
Στην ηλεκτροκίνηση παρατίθενται δύο σενάρια: Το σενάριο βάσης όπου συνεχίζονται τα σημερινά μέτρα στήριξης και το δεύτερο (αισιόδοξο) με πιο ενισχυμένα προγράμματα για ταχύτερη διείσδυση. Σε στο δεύτερο, από περίπου 30.600 ηλεκτρικά επιβατικά και ελαφριά φορτηγά, ο αριθμός πρόκειται να ανέλθει σε περίπου 85.000 το 2025 και σε πάνω από 460.000 οχήματα το 2030 (περιλαμβάνονται τα BEV – αμιγώς ηλεκτρικά και τα PHEV – plug-in υβριδικά).
Εκτός από τις προβολές ανά τομέα, το κείμενο -που αφορά την περίοδο 2021-2050- περιλαμβάνει αυξημένες επενδυτικές δαπάνες, της τάξης του 1% – 2% του ΑΕΠ, με την επισήμανση ότι στις μεταφορές και στην αναβάθμιση των κατοικιών, τα νοικοκυριά θα επωμιστούν αναπόφευκτα μια σημαντική αύξηση του κόστους, επομένως είναι απαραίτητη η χρηματοδοτική τους διευκόλυνση.
Στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, η χώρα θα πρέπει το 2030 να έχει 9,5 GW από αιολικά (εκ των οποίων 1,9 GW υπεράκτια), 13,4 GW φωτοβολταϊκά και 0,6 GW άλλες πράσινες τεχνολογίες. Ειδικά στα χερσαία αιολικά και φωτοβολταϊκά, η εγκατεστημένη ισχύς προβλέπεται να αυξηθεί κατά 12 GW ως το 2030 (από 11,5 GW στα τέλη του 2023 σε 23,5 GW το 2030). Τα υδροηλεκτρικά θα πρέπει να είναι 3,8 GW, η αποθήκευση 5,3 GW (εκ των οποίων 3,1 GW μπαταρίες και 2,2 GW η αντλησιοταμίευση), ενώ το μείγμα συμπληρώνουν 7,7 GW μονάδων φυσικού αερίου και 0,7 GW μονάδων με υγρό καύσιμο. Στο σχέδιο δεν περιλαμβάνεται λιγνίτης.
Το σύνολο της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας εκτιμάται ότι θα φτάσει τις 64,6 ΤWh στο τέλος της δεκαετίας, ενώ μειώνεται κάθετα η εξάρτηση της χώρας από εισαγωγές, καθώς η συμμετοχή τους δεν θα ξεπερνά το 3%.
Στα υπόλοιπα μεγέθη, η συμμετοχή των ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας θα είναι 44%, έναντι 35% στο προηγούμενο ΕΣΕΚ, ενώ στόχος είναι οι ΑΠΕ να καλύπτουν το 80% της ηλεκτροπαραγωγής ως το 2030 (σημαντικά υψηλότερος από το 61% που είχε τεθεί στο υφιστάμενο ΕΣΕΚ) και να πλησιάσουν το 95% από το 2035 και μετά.
Αναφορικά με την ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στις 52,7 TWh το 2030 (81,6% του συνόλου). Στόχος είναι οι εκπομπές CO2 από την παραγωγή ενέργειας να έχουν μηδενιστεί από το 2035 και μετά, με έμφαση στον εξηλεκτρισμό των τομέων μεταφορές και κτίρια. Επισημαίνεται ότι μεγάλη μείωση των εκπομπών ήδη από το 2023 προέρχεται από την απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων.
Το κόστος της ενεργειακής μετάβασης για τους τελικούς καταναλωτές υπολογίζεται στα 264 με 270 δισ. ευρώ για την εξαετία, σύμφωνα με τα στοιχεία του αναθεωρημένου Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ).
Το ετήσιο κόστος καταναλωτών για την ενέργεια, περιλαμβανομένων επενδύσεων σε ενεργειακή αποδοτικότητα, αγορά συσκευών και οχημάτων, καθώς και αγοράς ενεργειακών προϊόντων ανέρχεται σε 43 δισ. ευρώ τον χρόνο έως το 2030.
Οι παραπάνω υπολογισμοί περιλαμβάνουν το κόστος αγοράς οχημάτων και μέσων μεταφοράς κάθε είδους, το κόστος απόκτησης όλων των ειδών των συσκευών και εξοπλισμού που καταναλώνει ενέργεια σε όλους τους τομείς και το κόστος επενδύσεων για την βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας σε όλους τους τομείς.
Το μεγαλύτερο μέρος των επενδυτικών δαπανών γίνεται στον τομέα των μεταφορών και αφορά την αγορά οχημάτων και άλλων μεταφορικών μέσων, για τα οποία θα απαιτηθούν μεγαλύτερες επενδύσεις συγκριτικά με το παρελθόν.
Πέραν των μεταφορών, το πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών και κτιρίων θα χρειαστεί να αυξηθεί δύο ή και τρεις φορές ετησίως συγκριτικά με παρελθόντα προγράμματα.
Σε αυτά τα ποσά θα πρέπει να προστεθούν αυξημένες δαπάνες για την αγορά αποδοτικών συσκευών προηγμένης τεχνολογίας, όπως οι αντλίες θερμότητας, και οχημάτων, όπως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Κατά συνέπεια, τα νοικοκυριά, όλων των εισοδηματικών κατηγοριών, θα κληθούν στο πλαίσιο της πράσινης ενεργειακής μετάβασης να αναλάβουν σημαντική αύξηση και μερίδιο του συνόλου των επενδύσεων, επομένως θεωρείται κρίσιμης σημασίας, όπως τονίζει το κείμενο, η διευκόλυνση της χρηματοδότησης των νοικοκυριών για τον σκοπό αυτό.
Μπορεί η ενεργειακή μετάβαση να απαιτεί μεγάλες επενδύσεις για να μειωθεί το κόστος της ενέργειας, όμως ταυτόχρονα η απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα θα μειώσει τα φορολογικά έσοδα. Επομένως, το δημοσιονομικό κενό που θα προκύψει θα πρέπει να καλυφθεί από νέους φόρους, οι οποίοι θα πρέπει να σχεδιαστούν ώστε να μην εναντιώνονται ή να συμβάλλουν αρνητικά στη μετάβαση προς την κλιματική ουδετερότητα.
Στο κείμενο επισημαίνεται ότι οι τιμές της ενέργειας μακροπρόθεσμα θα είναι πιο σταθερές και προβλέψιμες, και θα αντανακλούν το κόστος ανάκτησης του κεφαλαίου στις επενδύσεις. Στο μέλλον η ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού θα εξαρτάται από την τεχνική αξιοπιστία και την επάρκεια των εγχώριων ενεργειακών συστημάτων. Στόχος φυσικά είναι η μείωση των ρύπων και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας.
Πηγή: imerisia.gr








