
Στο 41,3% του ΑΕΠ η συνολική φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα, έναντι 37,9% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στα 103,2 δισ. ευρώ εκτοξεύθηκαν τα φορολογικά έσοδα και οι εισφορές, ενώ η χώρα βρίσκεται στην τέταρτη θέση της ΕΕ στους έμμεσους φόρους.
Παρά τις μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που έχουν εφαρμοστεί από το 2019, η συνολική φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα παραμένει στα ίδια επίπεδα με πριν από έξι χρόνια, με τους πολίτες να εξακολουθούν να σηκώνουν σημαντικό βάρος, ιδιαίτερα μέσα από τη φορολογία της κατανάλωσης.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας ανάλυσης του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), η οποία αποτυπώνει τόσο την εξέλιξη των φορολογικών εσόδων όσο και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αξιοποιεί τα χρήματα που εισπράττει.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που επικαλείται η μελέτη, η συνολική φορολογική επιβάρυνση διαμορφώθηκε το 2025 στο 41,3% του ΑΕΠ, ακριβώς όσο και το 2019, όταν ο μέσος όρος των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στο 37,9%.
Η διαφορά των 3,4 ποσοστιαίων μονάδων αναδεικνύει ότι, παρά τις φορολογικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά περιθώρια ελάφρυνσης.
Από τα 76,4 στα 103,2 δισ. ευρώ: Η μεγάλη αύξηση των φορολογικών εσόδων
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα της ανάλυσης αφορά την αύξηση των συνολικών εσόδων του κράτους από φόρους και κοινωνικές εισφορές.
Το 2019 τα έσοδα αυτά ανέρχονταν σε 76,4 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 έφτασαν τα 103,2 δισ. ευρώ, καταγράφοντας ονομαστική αύξηση περίπου 35%.
Η εξέλιξη δεν οφείλεται απαραίτητα σε αυξήσεις φορολογικών συντελεστών. Αντανακλά, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας, την αύξηση της απασχόλησης, τον πληθωρισμό και την αποτελεσματικότερη είσπραξη φόρων.
Ωστόσο, το αποτέλεσμα παραμένει χαρακτηριστικό: Το κράτος εισπράττει σημαντικά περισσότερα χρήματα, χωρίς να έχει μειωθεί το συνολικό φορολογικό βάρος ως ποσοστό της οικονομίας.
Τέταρτη στην Ευρώπη η Ελλάδα στους έμμεσους φόρους
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τους έμμεσους φόρους, οι οποίοι επιβαρύνουν την καθημερινή κατανάλωση.
Η Ελλάδα καταλαμβάνει την τέταρτη υψηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τα σχετικά έσοδα να αντιστοιχούν στο 17,2% του ΑΕΠ, έναντι 13,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Μόνο ο ΦΠΑ αντιστοιχεί στο 9,4% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος της ΕΕ είναι 7,2%.
Η συγκεκριμένη εικόνα έχει άμεση επίδραση στα νοικοκυριά, καθώς οι έμμεσοι φόροι ενσωματώνονται στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, επηρεάζοντας ιδιαίτερα όσους διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για βασικές ανάγκες.
Αντίθετα, η επιβάρυνση από τους άμεσους φόρους βρίσκεται στο 11% του ΑΕΠ, χαμηλότερα από το 12,2% της ΕΕ, ενώ οι κοινωνικές εισφορές διαμορφώνονται στο 13%, έναντι 12,1%.
Πού πηγαίνουν τα χρήματα; Η μεγάλη διαφορά στις κοινωνικές δαπάνες
Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ δεν περιορίζεται στη φορολογία, αλλά εξετάζει και τον τρόπο κατανομής των δημόσιων δαπανών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για την κοινωνική προστασία, καθώς σχεδόν το 80% των σχετικών δαπανών στην Ελλάδα κατευθύνεται σε συντάξεις γήρατος και επιζώντων, έναντι περίπου 62% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αντίθετα, η υποστήριξη των οικογενειών, των παιδιών και των ατόμων με αναπηρία απορροφά αισθητά μικρότερο μερίδιο.
Από κάθε 1.000 ευρώ κοινωνικής προστασίας, πόσα δίνει η Ελλάδα;
Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024, η κατανομή των δαπανών παρουσιάζει τις εξής διαφορές:
| Κατηγορία | Ελλάδα | ΕΕ |
|---|---|---|
| Συντάξεις γήρατος και επιζώντων | 786 € | 618 € |
| Ασθένεια και αναπηρία | 85 € | 141 € |
| Οικογένεια και παιδιά | 51 € | 124 € |
| Ανεργία | 40 € | 47 € |
| Κοινωνικός αποκλεισμός | 28 € | 41 € |
| Στέγαση | 11 € | 12 € |
Τα ποσά αφορούν την κατανομή ανά 1.000 ευρώ κοινωνικών δαπανών. Ενδέχεται μικρές αποκλίσεις στο άθροισμα λόγω στρογγυλοποίησης.
Η διαφορά είναι ιδιαίτερα μεγάλη στην υποστήριξη της οικογένειας και των παιδιών. Στην Ελλάδα κατευθύνονται μόλις 51 ευρώ από κάθε 1.000 ευρώ κοινωνικής προστασίας, όταν στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσό φτάνει τα 124 ευρώ.
Λιγότερα χρήματα για υγεία και παιδεία σε σχέση με την ΕΕ
Αξιοσημείωτη είναι και η σύγκριση των δημόσιων δαπανών για δύο κρίσιμους τομείς.
Το 2024 η Ελλάδα διέθεσε για την υγεία το 5,7% του ΑΕΠ, έναντι 6,8% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Αντίστοιχα, για την παιδεία οι δημόσιες δαπάνες διαμορφώθηκαν στο 3,9% του ΑΕΠ, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο μέσος όρος ήταν 5%.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το ζήτημα δεν περιορίζεται στο ύψος των κρατικών εσόδων, αλλά επεκτείνεται και στις προτεραιότητες κατανομής των δημόσιων πόρων.
Γιατί οι μειώσεις φόρων δεν έφεραν αντίστοιχη ελάφρυνση;
Η ανάλυση εξηγεί ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών δεν οδηγεί αυτομάτως σε μείωση των συνολικών φορολογικών εσόδων ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Η αύξηση των ονομαστικών μισθών, οι υψηλότερες τιμές των προϊόντων, η οικονομική ανάπτυξη και η καλύτερη φορολογική συμμόρφωση επηρεάζουν τα ποσά που εισπράττει το Δημόσιο.
Επιπλέον, όταν αυξάνονται οι μισθοί χωρίς ανάλογη προσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων, οι εργαζόμενοι ενδέχεται να επιβαρύνονται περισσότερο φορολογικά ακόμη και χωρίς αντίστοιχη πραγματική αύξηση της αγοραστικής τους δύναμης.
Πρόκειται για το φαινόμενο της δημοσιονομικής ολίσθησης, το οποίο μπορεί να περιορίζει το όφελος από τις φορολογικές μειώσεις.
ΚΕΦΙΜ: Υπάρχουν περιθώρια για νέες φορολογικές ελαφρύνσεις
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, αναγνωρίζει ως θετική εξέλιξη τις μειώσεις των φορολογικών συντελεστών και των ασφαλιστικών εισφορών από το 2019.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι η διατήρηση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αποδεικνύει πως υπάρχουν ακόμη ουσιαστικά περιθώρια για ελαφρύνσεις πολιτών και επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ανάπτυξη της οικονομίας και η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής θα πρέπει να αξιοποιηθούν για περαιτέρω μειώσεις φόρων, ιδιαίτερα στην κατανάλωση.
Η Ελλάδα έχει βελτιώσει τη θέση της στον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας, ανεβαίνοντας από την 34η θέση το 2019 στην 23η το 2026. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να εμφανίζει αδυναμίες στη φορολόγηση της κατανάλωσης και της περιουσίας.
Το κεντρικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η φορολογική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το πόσοι φόροι μειώνονται, αλλά και από το συνολικό βάρος που αποτυπώνεται στην οικονομία και τον τρόπο με τον οποίο επιστρέφουν οι δημόσιοι πόροι στην κοινωνία.




